επικάρπιο

το (Α ἐπικάρπιος, -ον)
νεοελλ.
το επικάρπιο
βοτ. υμένας που καλύπτει εξωτερικά το περικάρπιο.
αρχ.
1. (επίθ. τού Διός)
αυτός που παράγει ή προστατεύει τους καρπούς, ο καρποδότης
2. εποχή που παράγονται οι καρποί («ἐπικάρπιοι ὧραι», Άρατ.)
3. αυτός που βρίσκεται πάνω στον καρπό τού χεριού («ἐπικάρπιοι ὄφεις» — βραχιόλια σε σχήμα φιδιών, Φιλόστρ.)
4. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπικάρπιον
α) το κοτσάνι τού καρπού
β) (και νεοελλ.) το τμήμα τού χεριού κοντά στον καρπό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + καρπός + -ιος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καρπός — I (Βοτ.). Το προϊόν στο οποίο μεταμορφώνεται, μετά τη γονιμοποίηση, η ωοθήκη του άνθους. Το γονιμοποιημένο ωοκύτταρο εξελίσσεται σε έμβρυο, οι σπερματικοί χιτώνες που το περιβάλλουν σχηματίζουν το σπερματικό περίβλημα και ολόκληρη η σπερματική… …   Dictionary of Greek

  • κρασί — Ποτό που παράγεται από την ολική ή μερική αλκοολική ζύμωση του μούστου (γλεύκους) των νωπών σταφυλιών. Από χημική άποψη, το κ. είναι ένα μείγμα από 85 90% νερό, 5 14% αιθυλική αλκοόλη (οινόπνευμα) και από άλλες ουσίες, που προσδίδουν τα… …   Dictionary of Greek

  • κοκκοφοίνικας — Φοινικόδεντρο της οικογένειας των φοινικιδών ή παλμιδών (μονοκοτυλήδονα). Η επιστημονική του ονομασία είναι κόκκος ο καρυοφόρος. Κατάγεται, πιθανώς, από την Ινδική χερσόνησο ή τα νησιά του Μαλαϊκού αρχιπελάγους και έχει διαδοθεί σχεδόν σε όλες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.